Με τη μαγειρική παίζεις, με το κρασί όχι. Από τη στιγμή που θ’ αποφασίσεις να φυτέψεις την πρώτη σου ρίζα, αλλά και στη συνέχεια, μέχρι να μπει στο ποτήρι και η τελευταία σταγόνα της σοδειάς, το κρασί θέλει κανάκεμα, φροντίδα! Ανάμεσα στους ανθρώπους του κρασιού που συναναστρέφομαι, ένας και μάλιστα ερασιτέχνης, ξεχωρίζει για το πάθος του. Ένας εραστής της τέχνης του κρασιού λοιπόν, ας δούμε τι έχει να μας πει για το Κυκλαδίτικο αμπέλι:
Είχα μείνει χρέος ένα πλακί και κάτι ψιλά από χτες και καλό είναι να καθαρίσουμε τους λογαριασμούς μας γιατί θέλουμε κούτελο καθαρό στην ψαραγορά. Πάμε αμέσως action μιας και εξαντλήσαμε τα …προκαταρκτικά στη προχτεσινή σ-e-νεύρεση. Το πλακί είναι παραδοσιακό πιάτο. Έχει τις σταθερές του από τις οποίες καλό είναι να μην ξεφεύγουμε. Τα tags του είναι: κρεμμύδι, πατάτα, σκόρδο, ντομάτα, μαϊντανός και ονοματισμένα ψάρια, ανάμεσά τους: μπακαλιάρος, σφυρίδα, συναγρίδα, παλαμίδα, μαγιάτικο, κολιοί (ο Παταμιάνος θα πρόσθετε) σαργοί, ούγαινες, τσιπούρες, μουρμούρες (κι ο Θεσσαλονικιός Άρης Ιωαννίδης) σαρδέλες. Ο μπακαλιάρος θαρρείς κι έρχεται στα νερά μας για να γίνει πλακί. Ο φρέσκος, αλλά και ο παστός, κυρίως ο παστός! Τα γαστρονομικά ταξίδια του στην Ιβηρική απλά επιβεβαιώνουν πως εδώ είναι Βαλκάνια...
Λέγαμε λοιπόν ότι η επανάληψη είναι μήτηρ πάσης μαθήσεως και προφανώς επιμένουμε αφού βρήκαμε μια καλή ευκαιρία και πιάσαμε το βιολί -θυμάστε εκείνο το γλυκόλαλο πλην μακράς ακροάσεως βιολί- του μαγιάτικου.
Η επανάληψη είναι μήτηρ πάσης μαθήσεως. Εδώ κάνετε κλικ ντε! ...διατίθενται στοιχεία Πατριδογνωσίας.
Τα παράμαλα είναι κομμάτια πετονιάς με τάξη βολεμένα, ανά τακτά διαστήματα, στο παραγάδι του κειμένου, από τα οποία κρέμονται τ' αγκίστρια, τα tags δηλαδή. Ο καθένας μας έχει τα δικά του! Το θυμόμαστε αυτό.
Στους κινηματογράφους παίζεται το Ratatouille, η νέα ταινία της Pixar με τη συνεργασία της Walt Disney. Είναι ένας ύμνος στην κατσαρόλα, στη μαγεία της φωτιάς και των υλικών, στη γεύση και την απόλαυση του φαγητού. Στην ταινία μας εισάγει, με το καλημέρα, η food friendly φωνή του Ηλία Μαμαλάκη, που αναφέρεται στον παριζιάνο Gusteau που έφυγε από τη ζωή αφήνοντας πίσω του ένα εστιατόριο, ένα βιβλίο και τον μύθο ενός μεγάλου σεφ. Ραχοκοκαλιά της ταινίας είναι το μότο του σεφ: Όλοι μπορούν να μαγειρέψουν. Όλοι μπορούν να ανακαλύψουν τη μαγειρική. Κι ο Ρεμί (ο Ρατατούης όπως θα μείνει γνωστός στο ελληνικό κοινό), ένας αρουραίος, πολύ νωρίς θα κάμει την πρώτη του, πολύ σημαντική ανακάλυψη: αν συνδυάσεις δυο γεύσεις θα προκύψει κάτι εντελώς νέο.
Ανατροπές στη μπριγάδα Από κει και πέρα όλα μπορούν να συμβούν. Ακόμα και να κερδίζει με το σπαθί του (κι εκ του αποτελέσματος) τη θέση του σεφ στο ιστορικό εστιατόριο ένας αρουραίος. Ακόμα και να διευθύνει την μπριγάδα ένας μούτσος –ο Λιγκουΐνι- που γι άλλο δεν προσελήφθη παρά για να κουβαλάει τα σκουπίδια. Κι όμως θα φέρει τη μεγάλη ανατροπή, κερδίζοντας όχι μόνο τη θέση του αρχιμάγειρα και την καρδιά της sous chef Κολέτ, αλλά και αυτό το ίδιο το εστιατόριο, αφού αποδεικνύεται γιος του Gusteau, άρα και μοναδικός κληρονόμος του.
Καλλιτέχνες-πειρατές Σε πρώτη φάση θα αναλάβει να τον βάλει στο πνεύμα της κουζίνας η αγριεμένη Κολέτ, αρχίζοντας απ’ την αλφαβήτα: -Έχε τον πάγκο σου καθαρό! -Οι σεφ λένε λεκιασμένη ποδιά, καθαρά μανίκια! -Για φρέσκα υλικά ή τα καλλιεργείς ή δωροδοκείς τον παραγωγό! -Είμαστε καλλιτέχνες – πειρατές, δεν είμαστε απλοί μάγειροι. Ακολουθούμε τις επιταγές του Gousteau, που έλεγε: σε κάθε πιάτο πρέπει να προσθέτετε κάτι απρόσμενο. Το απρόσμενο είναι η προσωπικότητα του σεφ. Εκείνο που χαρακτηρίζει τη δουλειά του, που τον κάνει να ξεχωρίζει.
Σουέλ ή όταν ο Μπραντ Μπερντ συνάντησε την Ιωάννα Καρυστιάνη
Μια κουζίνα διευθύνεται από έναν που δεν ξέρει να μαγειρεύει, με τη βοήθεια ενός αρουραίου. Ένα καράβι ταξιδεύει χρόνια από λιμάνι σε λιμάνι, φορτώνει, ξεφορτώνει κι ο καπετάνιος του τυφλός πορεύεται με τη συντροφιά κι ενίοτε την καθοριστική βοήθεια ενός γάτου. Είναι εντυπωσιακό πώς συνταξιδεύουν δυο ιστορίες. Ο αρουραίος Ρεμί κρύβεται από την οικογένειά του και τα μέλη της μπριγάδας στην κουζίνα. Ο καπτα-Μήτσος Αυγουστής απ’ τη γυναίκα, τα παιδιά του και το πλήρωμα. Από την ασφάλεια της υπόγειας αποικίας ο ένας στην αγριεμένη επιφάνεια της θάλασσας των ανθρώπων. Κι ο άλλος από την οικογενειακή «αγέλη» στη μοναξιά της γέφυρας, λύκος σωστός, μονάχος, με τα φαντάσματα που τον κυνηγούν και τον κρατάνε δεμένο με το σουέλ της μοίρας του. Ο καπετάνιος ανταπεξέρχεται στα δύσκολα, κλείνει φορτία, διεκπεραιώνει κερδοφόρους ναύλους, ξεφεύγει απ’ την αντίληψη των λιμενικών αρχών, των πλοιοκτητών και των συναδέλφων του. Ο Λιγκουίνι παρουσιάζει το ένα μετά το άλλο ονειρεμένα πιάτα. Κερδίζει την εκτίμηση της όμορφης Κολέτ, των πελατών, των κριτικών, πάντα με την καθοδήγηση του Ρεμί.
Έξοδος ή η πτώση της Mont Blanc. Μια από τις σημαντικότερες στιγμές της ταινίας. Η δικαίωση του Μπερνάρ Λουαζό. Η (αυτο)κριτική στην κριτική με τα λόγια του Άντον Ίγκο: «Η δουλειά του κριτικού είναι πολύ εύκολη. Ρισκάρουμε πολύ λίγα. Ακόμα και το μέτριο φαγητό όμως, είναι σημαντικότερο από την κριτική μας». Ακόμα κι όταν όλα γκρεμίζονται, όλα χτίζονται ξανά. Με ζεστές κι αγαπητικές μυρωδιές φαγητών ελέω Γεράσιμου Σιακαντάρη. Στη θαλπωρή του έρωτα, κάπου στον Ασπρόπυργο στην αγκαλιά της Λίτσας. Στην αγαστή συνεργασία, μιας άρρηκτα δεμένης με δεσμούς αίματος και σύμπνοιας, αποικίας αρουραίων, που βάζουν τα δυνατά τους στην κουζίνα του Gusteau. Δημιουργούν το κορυφαίο πιάτο της βραδιάς, ένα παραδοσιακό ratatouille, δηλαδή ένα απλό, απλούστατο τουρλού. Σίγουρα «δεν μπορεί να γίνει ο καθένας μας καλλιτέχνης, αλλά ο μεγάλος καλλιτέχνης μπορεί να έρχεται από οπουδήποτε», μπορεί ακόμα και μ’ ένα τουρλού, να σε φέρει ίσια πίσω στη γλύκα της παιδικής ηλικίας ρίχνοντας ακόμα και την Mont Blanc ενός Άντον Ίγκο στο πάτωμα!
Υ.Γ. Δεν ξέρω αν η ταινία θα αρέσει στα παιδιά όσο και ο Νέμο. Η εξάχρονη Μάρω πάντως άντεξε ως λίγο πριν το τέλος, παρά τις 2 ώρες Destroy Athens και μια παράσταση: Ροβινσώνας και Κρούσος στο «Μικρή Πόρτα», που προηγήθηκαν. Λίγο πριν το τέλος έδωσε το δικό της χρώμα στο φινάλε: μπαμπά θα πάμε για Bowling; Και πήγαμε! Εξάλλου μου είχε κάνει το χατίρι να με πάει να δω τον …«Ρατατούη», λίγο το ‘χεις;
Σημείωση: Είναι τρια βιντεάκια ακόμα να στηρίξουν αυτό το κείμενο αλλά αργεί το άτιμο το You Tube. Θα τα επαναφέρω σε τάξη αργότερα για κάθε ενδιαφερόμενο που θα θελήσει να ρίξει ακόμα μια ματιά στο ποστ.
Ένα Σαββατόβραδο στο Ματογιάννι, στις 6 του φετινού Οκτώβρη. Αφορμή το γλέντι μετά την παρουσίαση του βιβλίου «Σημάδια του Αιγαίου». Μεγάλα κέφια κι ένας απίστευτα μερακλωμένος Λευτέρης Παπαδόπουλος χάρισε στην παρέα σπάνιες στιγμές όταν πήρε το μικρόφωνο και έδωσε ψυχή στα τραγούδια του. Με μια φωτογραφική μηχανούλα κατέγραψα μερικά με ήχο και εικόνα. Σε τούτο δω δεν άντεξε πια, έμεινε από κάρτα. Ιδιαίτερα συγκινημένοι, μηχανούλα και cameraman, δημοσιοποιούμε σήμερα 28 του Οκτώβρη, αυτή την ερασιτεχνική καταγραφή, για λόγους επετειακούς και σας καλούμε όλοι μαζί να αναφωνήσομεν: Ζήτω της παρέας! Ζήτω στις καλές βραδιές! Ζήτωσαν τα ποτήρια που τσουγκρίσαμε!
Απολαύστε το ντοκουμέντο εδώ:
«Καισαριανή» του Σταύρου Ξαρχάκου με στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου (1965). Κάθε τραγούδι έχει την ιστορία του. Απ’ τον κανόνα δεν ξεφεύγει και τούτο, που έχει πολιτικά, ιστορικά και συγκινησιακά ιδιαίτερα φορτισμένους στίχους. Με αφορμή το τιμητικό αφιέρωμα στους στίχους που έγραψε ο Λευτέρης Παπαδόπουλος –που διοργανώθηκε πέρυσι στο Μέγαρο Μουσικής, μιλάει γι αυτό, καθώς και για άλλα του τραγούδια, ο ίδιος στο Βήμα της 28 Μάη 2006: «1965, Καισαριανή. Τόπος εμβληματικός γιατί είναι μια γειτονιά της Αντίστασης, μια γειτονιά που οι Γερμανοί εκτελούσαν τους έλληνες πατριώτες στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Έτσι, όταν λες Καισαριανή, το μυαλό σου πάει σε εκτελέσεις. Όπως και, σε ένα δεύτερο επίπεδο, όταν λες για το Χαϊδάρι. Για το Χαϊδάρι υπάρχει η ιστορία του Ναπολέοντα Σουκατζίδη, ο οποίος ήταν διερμηνέας και κληρώθηκε να σκοτωθεί. Οι Γερμανοί όμως επειδή τον είχαν ανάγκη τού είπαν "δεν θα σε σκοτώσουμε εσένα, θα βάλουμε κάποιον άλλον στη θέση σου". Εκείνος αρνήθηκε. "Ή δεν θα βάλετε κανέναν ή θα βάλετε εμέναν που κληρώθηκα" απάντησε. Και τον εκτέλεσαν. H Καισαριανή ήταν γεμάτη από τέτοιου είδους γεγονότα. Ένα από αυτά ήταν την Πρωτομαγιά του 1944: σκότωσαν 200 παλικάρια. Ανάμεσά τους ήταν ο αδερφός του Μανόλη Γλέζου, ο Νίκος Γλέζος. Εγώ την "Καισαριανή" όμως δεν την έγραψα για ένα-δύο συγκεκριμένα πρόσωπα αλλά για αυτό το μακέλεμα, για το ότι οι Γερμανοί πήγαιναν τα παιδιά και τα εκτελούσαν επειδή ήταν παιδιά της Αντίστασης. Και έγραψα αυτό το τραγούδι, το οποίο ακόμη και σήμερα τραγουδιέται. Το περίεργο είναι ότι εκείνο τον καιρό είχα κρίση σκωληκοειδίτιδας και είχα πάει να χειρουργηθώ. Εκείνες ακριβώς τις ημέρες - επειδή κάθε εγχείρηση είναι ένα περίεργο πράγμα που σε φοβίζει, εφόσον σε κοιμίζουν και σε "ανοίγουν" - είχα την εντύπωση ότι θα πεθάνω. Με αυτή τη μυρωδιά του θανάτου πήγε η σκέψη μου στην Καισαριανή και έγραψα αυτό το τραγούδι». Περισσότερο υλικό και πληροφορίες σε ποστ του Allu Fun Marx , απ’ όπου και αντλούμε τους στίχους:
Το απομεσήμερο έμοιαζε να στέκει σαν αμάξι γέρικο στην ανηφοριά Kάθ’ απομεσήμερο στο κρυφό μας στέκι πίσω απ’ το μαγέρικο του Δεληβοριά.
Όλα μοιάζαν ουρανός και ψωμί σπιτίσιο Όλα μοιάζαν ουρανός και γλυκό, γλυκό ψωμί.
Tάχα τι να ζήλεψαν στα χλωμά σου μάτια που ’γιωμαν τ’ απόβραδο γλύκα πρωινή, κι ήρθαν και βασίλεψαν τα βαθιά σου μάτια κάποιο Σαββατόβραδο στην Kαισαριανή.
Κι όλα γίναν κεραυνός πελαγίσια αρμύρα Κι όλα γίναν κεραυνός και πικρό, πικρό ψωμί.
Γνώριζες τα βήματα ξέκρινα τους ήχους και μπογιές ‘τοιμάζαμε με σβηστή φωνή. Τις βραδιές συνθήματα γράφαμε στους τοίχους πέφταμε και κράζαμε “κάτω οι Γερμανοί”.
Κι όλα ήταν ουρανός και ψωμί σπιτίσιο. Κι όλα ήταν ουρανός και γλυκό ψωμί.
Σου ’δινα τα χρώματα, μου ’δινες τους τόνους και φωτιές ανάβαμε με σβηστή φωνή κάθε απομεσήμερο τρέχαμε στους δρόμους τρέχαμε και γράφαμε “Έξω οι Γερμανοί”. . Σημ.1. Η πρώτη φωτογραφία του Λευτέρη Παπαδόπουλου είναι από την ίδια βραδιά. Μόνο που σ' αυτήν τραγουδάει το "Πριν το χάραμα" του Γιάννη Παπαϊωάννου (αλλά φαίνεται αυτό, έτσι;)
Πέντε αγαπημένα μου αντικείμενα, που έχουν να κάνουν με τη μαγειρική.
Ζήτησε βέβαια και κάτι παραπάνω. Να δει "τα αγαπημένα μαγειρικά σκεύη ορισμένων που έχουν δηλώσει ότι μαγειρεύουν με τα παιδιά τους". Να ενημερώσω λοιπόν πως ο γιος μου έχοντας μπει από καιρό στην όμορφη και φουρτουνιασμένη θάλασσα της εφηβείας, δεν μαγειρεύει πια μαζί μου. Όσο για την ιστορία με την ομελέτα, που μου ζητάς βρε Αθήναιε, τι να πω; Περάσαμε ήδη από το: -Μαμά τρέχα να δεις, ο μπαμπάς πηδάει την ομελέτα. στο μόλις χτεσινό, -Μαμά κοίτα, πηδάω την ομελέτα. Να μην εκθέσω λοιπόν τα άδυτα άλματα της οικογενειακής μας ζωής κι ας περιοριστώ στα ανωτέρω εκτιθέμενα είδη το οποία εγώ τα μετρώ τα ξαναμετρώ και τα βγάζω πέντε ακριβώς! Δεν είναι τ' αγαπημένα μου. Είναι κάποια χρήσιμα εργαλεία, το καθένα με μία ιστορία πίσω του. Άλλοτε μου θυμίζουν μια κατάσταση, ένα ταξίδι, μια θητεία (όχι απαραίτητα στρατιωτική) κι άλλοτε πρόσωπα αγαπημένα. Από δεξιά λοιπόν πάμε τρέχοντας:
1. Το προυσαλιό. Από τ' αγαπημένα μου μαχαίρια. Κατασκευή στην Προύσα της Μικράς Ασίας. Ένας λεβέντης σεφ στην Πόλη, μας τάιζε 3-4 μέρες μ' ένα τέτοιο στο χέρι. Δεν τ' αποχωρίζονταν ποτέ. Μαχαίρι, σπάτουλα, μπαλτάς, ...κρέατα, λαχανικά... τυριά, πίτες, γλυκά. Καρφωμένοι, πρώτο τραπέζι πίστα μπροστά στον πάγκο του με τον έφηβο, είπαμε να μη γυρίσουμε πίσω δίχως.
Ένας χαράκτης στο Μισίρ Παζάρ χάραξε τ' αρχικά μου. Τέτοια πετριά λέμε...
2. Ο οπινέλ Χωρίς πολλά λόγια, ΤΟ σουγιαδάκι του σεφ.
3.Το τρομπάκι Από τότε που το προμηθεύτηκα απολαμβάνω τα μπουκάλια με το κρασί μέχρι την τελευταία τους σταγόνα.
4. Το ιγδίον Φρόντισε η φίλη μου η Μάτζικα να έχω το καλύτερο.
5. Η μαγική κουτάλα Απίστευτο κι όμως αληθινό. Τσαρουχάτη, με μια μικρή μυτούλα αντί για το συνηθισμένο στρογγυλό, μαζεύει τη σάλτσα μέχρι τον πάτο της κατσαρόλας, κι αυτό για το γιαχνί είναι μεγάλη υπόθεση. Το ξυλοπελέκησε μπροστά στα μάτια μου τούρκος μάστορας στην Ασιατική μεριά της Πόλης.
Υ.Γ. Τα δυο τελευταία με το χαραγμένο Β.Ν., δεν μου απονεμήθηκαν από την ευγνωμονούσα πατρίδα. Τα απαλλοτρίωσα! Α, και δεν υπηρέτησα επί βασιλέως. Απλά ο μπερκέτης μεγαλειότατος είχε παραγγείλει πολλά και φεύγοντας ήταν τα μόνα αντικείμενα από τη "βασιλική περιουσία" που διασώθηκαν στα χέρια ημών των ναυτών, ως το λυκαυγές της δεκαετίας του '80.
Μουσικό συμπλήρωμα στο γαστρονομικό χτες. Απομεσήμερο Κυριακής. Λίγο πριν λίγο μετά την πρώτη φετινή βροχή. Όταν σχεδόν σύσσωμη η κουζίνα χορεύει ταραντέλα, με τους Encardia να τραγουδούν την "Piccicarella" (κόρη τσιμπημένη απ' την αράχνη), η εικόνα είναι χίλιες λέξεις.
(κατόπιν εορτής συμπληρωμένο) Σιγά μην τυχόν και τα μακαρόνια δεν είχαν την δικιά τους "Παγκόσμια Ημέρα" γιορτής. Η 25 του Οκτώβρη έχει οριστεί (από την ενδιαφερόμενη βιομηχανία βέβαια) σαν η μέρα που γιορτάζουν τα ζυμαρικά. Κι εμείς σιγά μη και χάναμε την ευκαιρία. Δράστες της μυκονιάτικης γιορτής ο Massimo, η γυναίκα του Μαρία κι ο Roberto.
Ναπολιτάνος ο Massimo, είναι κοντά μας από το 1985: Dolce Vita, Salle Pepe - Angolo, Σουσάμι και τα τελευταία πέντε χρόνια στη La Rosticceria, στο δικό τους μαγαζί.
Πέμπτη χρονιά φέτος που γιορτάζουν πανηγυρικά την εμβληματική για την Ιταλία pasta. Πρόπερσι από τα μαγικά χέρια του Τορινέζου Roberto (σεφ από αυτούς π' αρέσουν στον Αθήναιο, τύπος κλασσικός μπουρντενικός, με παρδαλά καρό παντελόνια κι άπειρα τατουάζ) βγήκαν 19 πιάτα με χειροποίητα ζυμαρικά. Μια βραδιά που θα μείνει αξέχαστη όχι για την ποσότητα, την ποικιλία των ζυμαρικών, αλλά για την παιχνιδιάρικη (γεια σου Μαρία!)και με πολύ κέφι οργανωμένη γαστρονομική γιορτή. Ένα κέφι που πέρασε και στα πιάτα -πραγματικά γευστικά διαμάντια μερικά από αυτά- και στους συνδαιτυμόνες που απόλαυσαν τη βραδιά.
Φέτος η γιορτή στο νησί έρχεται νωρίτερα και συγκεκριμένα ετούτο το Σαββατο-κύριακο και μάλιστα θα δεθεί μουσικά με ήχους Νότιας Ιταλίας κι ελληνόφωνα ακούσματα με την αρωγή της δροσερής παρέας των Encardia.
Να πω ότι ήδη κάνω όρεξη;
Μαύρα ravioli με γαριδαστακοκαραβιδόψιχα
με τον τρόπο του Roberto Vardanega
Βράζουμε αστακό, γαρίδες και καραβίδες. Χρησιμοποιούμε την ψίχα τους ψιλοκομμένη για να φτιάξουμε τη γέμιση η οποία μάλλον δεν θα χρειαστεί να είναι πάνω από 400-500 γρ. Ετοιμάζουμε το ζυμάρι για το οποίο θα χρησιμοποιήσουμε κοσκινισμένο αλεύρι τύπου μηδέν-μηδέν. Στον πάγκο εργασίας κοσκινίζουμε το αλεύρι, ανοίγουμε λακκούβα στο κέντρο και σπάμε μέσα αβγά σε αναλογία 2 αβγών ανά εκατό γραμμάρια αλεύρι. Προσοχή! Στο κιλό θα χρειαστούμε 20 αβγά και καθόλου νερό. Προσθέτουμε 25-30 γρ. αλάτι και το μελάνι μιας τουλάχιστον σουπιάς. Ζυμώνουμε καλά να ομογενοποιηθεί το μείγμα και το αφήνουμε στην άκρη σκεπασμένο για 15-20 λεπτά να ξεκουραστεί. Στη γέμιση εκτός από την ψιλοκομμένη ψίχα προσθέτουμε λίγο brandy, λίγη κρέμα γάλακτος, μαϊντανό ψιλοκομμένο, 3 αβγά, αλάτι, πιπέρι και λίγη φρυγανιά για να τραβήξει τα υγρά. Με τη βοήθεια της ειδικής μηχανής για χειροποίητα ζυμαρικά ανοίγουμε τη ζύμη σε λεπτά φύλλα. Τα απλώνουμε στον πάγκο ένα ένα, αφήνουμε από ένα κουταλάκι γέμιση σε μικρά βουναλάκια και σε απόσταση 5 εκ. μεταξύ τους. Απλώνουμε από πάνω ακόμα ένα φύλλο, πιέζουμε περιμετρικά ώστε να κολλήσουν το ένα φύλλο με το άλλο και κόβουμε με την ειδική ροδέλα σε τετράγωνα*. Βράζουμε τα ravioli σε άφθονο αλατισμένο νερό για 12 έως 15 λεπτά ανάλογα με το πάχος του ζυμαρικού. Εδώ προσοχή, τα ravioli δεν σερβίρονται al dente. Ας μην ξεχνάμε πως έχουμε να κάνουμε με διπλό χειροποίητο ζυμάρι. Το αποτέλεσμα είναι ένα καλά βρασμένο και τρυφερό ζυμαρικό. Βοηθάει σ’ αυτό και η αναλογία των αβγών. Φτιάχνουμε μια σάλτσα φρέσκιας ντομάτας. Ήτοι: Λάδι, κρεμμύδι στο τηγάνι, ντομάτα ξεσποριασμένη και στραγγισμένη απ’ τα νερά της, βασιλικός κι αλατοπίπερο. Σερβίρουμε τα ravioli στα πιάτα με πλούσια σάλτσα. Καλή όρεξη και του χρόνου τέτοιες μέρες με ζυμαρικά αιτία κι αφορμή γιορτής!
.........
*tip. Αν δεν τα μαγειρέψουμε αμέσως μπορούμε να τα απλώσουμε σε πλαστικούς δίσκους να τα βάλουμε στον καταψύκτη να παγώσουν. Την επομένη, αφού τα ξεκολλήσουμε εύκολα μ’ ένα χτύπημα, τα μεταφέρουμε σε σακούλες ανάλογα με τις μερίδες που επιθυμούμε κάθε φορά να μαγειρεύουμε.
Ορίστε και το μενού με βάση διάφορα (χειροποίητα βέβαια) ζυμαρικά.
Κορυφαία πιάτα της βραδιάς:
-Ravioli di zucca e amaretti al burro e timo με φίνα γεύση γλυκειάς κολοκύθας και μυρωδάτου αμύγδαλου,
-και τα μαύρα ravioli di misto crostacei al pomodoro fresco, του οποίου παραπάνω δώσαμε τη συνταγή.
Αυτά είναι λεφτά λέμε! «Αντί του αστρονομικού ποσού των 10 εκατ. Δολαρίων αγόρασε πρόσφατα το αμερικανικό τηλεοπτικό δίκτυο CBS το μπλογκ Dotspotter.com. Το συγκεκριμένο ιστολόγιο ειδικεύεται στα κουτσομπολιά που αφορούν την ιδιωτική και δημόσια ζωή των διασήμων της σοουμπίζ και έχει ζωή μόλις 10 μήνες. Το υψηλό αντίτιμο για ένα ιστολόγιο με τόσο μικρή διάρκεια λειτουργίας εξέπληξε πολλούς που δραστηριοποιούνται στον χώρο αυτόν. Ωστόσο, όπως εξήγησαν εκπρόσωποι του CBS, εκείνο που τους ενδιέφερε ήταν ο σχεδιασμός της ιστοσελίδας».(από τις εφημερίδες της 14.10.07) Μπα; Δεν ήταν τα άδυτα της κρεβατοκάμαρας και το ξεκατίνιασμα τύπου Τατιανοχριστινοτάδε, αλλά τα λινκάκια, οι δομές, το layout του μπλογκ; Και δηλαδή τι; Τσάμπα κύριοι το παρόν καρβουνο-μπλογκ βγάζει τ’ άπλυτα των ιχθύων στη φόρα τόσον καιρό; Τι για ψάρια ερμαφρόδιτα, τι για σμαρίδες γaμιάδεs, τι προαναγγελίες για ροφούς που αλλάζουν φύλο δίχως εγχείρηση, τι για σαδοευφραντικούς αποκεφαλισμούς γαύρων και πνίξιμο στο ξίδι, τι γλυκείς κατατεμαχισμούς αλατισμένων παλαμίδων, τι γλώσσα στο διαρρηγμένο με ψαλίδι υπογάστριο θηλυκών αχινών, τι ρουφηχτά φιλιά σε σαλιγκάρια που το κάνουν έτσι αλλά το ευχαριστιούνται κι αλλιώς… Αμάν! Τι μου λέτε τώρα; Ότι πρέπει να μου σχεδιάσει την ιστοσελίδα ο Καλτσόβρακος;
Τάσο, είσαι για ένα 10%; Και μη με παρεξηγείς δεν θέλω να σε ρίξω αλλά βλέπεις πληροφορία από τα άδυτα του βυθού χωρίς λάδωμα του Λιμεναρχείου δεν γίνεται. Έχω έξοδα!
Πάνε μέρες που είχα την επιθυμία για μια τηγανιά μαριδάκι. Στο Γιαλό όμως είχε μόνο πολύ ψιλό και με το παιδομάζωμα ιχθύων δεν έχω καλές σχέσεις. Έτσι στη σακούλα μπήκαν χριστόψαρα και η τηγανιά έγινε ψαρόσουπα.
Ανάμεσά τους βρέθηκαν και τούτα τα παραστρατημένα ψαράκια, τα οποία και φωτογραφήθηκαν, για να μας δοθεί η ευκαιρία να βρούμε το σ-ίγμα που έχασε μια φίλη αλλά και με την ευκαιρία να καταθέσουμε τον οβολό μας στην blog action day 2007.
Τα μικρά ψαράκια στη φωτογραφία είναι σμαρίδες (spicara smaris) μήκους κάτι παραπάνω από δύο εκατοστά. Μαζί τους και δυο κομμάτια από φύκια τα οποία είναι νοστιμότατα τηγανητά όταν μπερδεύονται αλευρωμένα στην τηγανιά με τις σμαρίδες και το κρεμμύδι. Αυτά όσον αφορά στη φίλη, χάριν της οποίας -για να την έχει κατά νου κάθε φορά που επιδίδεται στο «νησί» στο ευγενές κι αγαπημένο της άθλημα της ρετσινοκατάνυξης με σμαριδάκι τηγανητό- παραθέτουμε και την απαραίτητη τεκμηρίωση:
Αλλά να επανέλθουμε στην αλίευση γόνου, και γενικότερα μικρών ψαριών και θαλασσινών. Αναγνωρίζοντας το μέγεθος του προβλήματος η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θεσπίσει κανόνες και ποινές. Έχει ορίσει μάλιστα για το κάθε ψάρι και το ελάχιστο επιτρεπόμενο μήκος (βλ. εδώ) Σίγουρα δεν θα υπήρχε αλίευση αν δεν υπήρχε ζήτηση. Η παρανομία έπεται, δεν προηγείται. Άρα συνείδηση πρέπει να αποκτήσει όχι μόνο ο ψαράς κι ο έμπορος, αλλά κυρίως ο καταναλωτής. Γιατί μιλάμε για ένα από τα μεγαλύτερα γαστρονομικά εγκλήματα που συμβαίνουν στις μέρες μας. Δυστυχώς ο κανόνας είναι στην παγίδα να πέφτουν και καλά μαγαζιά (για να μην πούμε κυρίως αυτά). Φαίνεται πως η εκλεκτή, γκουρμέ πελατεία τους, έλκεται από τέτοιες λιχουδιές. Έτσι γαριδάκι, καραβιδούλα, σμαριδάκι, αθερίνα κι εκείνο το πολύ μοδάτο τρίποντο άντε το πολύ τετράποντο μπαρμπουνάκι, αποκαλύπτουν στο πιάτο ότι πράγματι small is beautiful, όπως επιβεβαιώνουν και τον κανόνα ότι τα ετερώνυμα έλκονται. Έτσι όσο πιο χοντρή η κοιλιά του καταναλωτή τόσο πιο αδύνατα τα βρώσιμα βρέφη στο πιάτο του. Η αλυσίδα ψαρά – ιχθυέμπορα - εστιάτορα, σπάει με την άρνηση του καταναλωτή χάριν του οποίου γίνεται η γονοκτονία. Να νοιώσει δηλαδή ο πωλητής ως αντιοικονομική την επιλογή του. Αυτός είναι ο στόχος. Το γράψαμε παλιότερα, ήρθε προχτές και το ΟΙΚΟ της Καθημερινής (Οκτ. 2007) να μας το υπενθυμίσει. Αλλά εμείς είμαστε μάλλον ρομαντικοί όταν τα γράφουμε αυτά.
Την εφαρμογή των νόμων ίσως θα ήταν πολυτέλεια να την ζητήσουμε μιας και το κύκλωμα που φροντίζει το τραπέζι μας ανασαίνει με δοσοληψίες που συμβαίνουν κάτω απ’ αυτό. Δυστυχώς.
Παραθέτουμε πίνακα με τα κυριότερα αλιεύματα και το μικρότερο επιτρεπτό μέγεθος κι ο καθένας ας πράττει κατά συνείδηση:
Τι είχαμε προχτές λοιπόν; Την παρουσίαση ενός βιβλίου. Άντε την παρουσίαση ενός πολύ σημαντικού βιβλίου για το Αιγαίο. Τέσερεις εκλεκτοί ομιλητές ανέλαβαν να μας ταξιδέψουν στα νερά του αλλά και έξω από αυτά.
-Ένας Αδαμάντιος Πεπελάσης ακμαιότατος ενενηντάρης έφηβος άδραξε την ευκαιρία να κατακεραυνώσει τις κυβερνήσεις (όλες) για όλα τα δεινά από τα οποία φρόντισαν να μην αποτρέψουν τον πολύπαθο τόπο μας χέρι χέρι με τον «άξεστο πλούτο».
-Ένας απολαυστικά σκληρός, με τον ίδιο πάντα μονοδιάστατα κριτικό λόγο του όσο αφορά στην εικόνα του νησιού, Λευτέρης Παπαδόπουλος, μίλησε για την ανάγκη που έχουμε ν’ «ανασαίνουμε τη ζωή» μέσα απ’ τον ιδρώτα της αθωότητας, σ’ ένα περιβάλλον λαϊκό και ισορροπημένο.
-Η Μπίλιω Τσουκαλά για το συναισθηματικό δέσιμο που έχει με το βιβλίο ως απόσταγμα 30 χρόνων σχέσης του συζύγου της με το Αιγαίο. Μια σχέση που δεν αποτελεί για τον συγγραφέα ευκαιρία πλουτισμού, αλλά αφορμή για να βαθύνει και να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του, για να μοιραστεί την εμπειρία με τον αναγνώστη.
-Θα σταθώ λίγο στην τέταρτη ομιλήτρια που …άνοιξε τη βραδιά. Το ρήμα δεν είναι τυχαίο κι ας μου επιτραπεί να παρασυρθώ εγώ μιας κι εκείνη δεν υπάρχει περίπτωση να το κάνει. Η Φρατζέσκα Χανιώτη κυριολεκτικά άνοιξε τη βραδυά, δίνοντας νόημα στη συνάντηση. Και δεν είναι γιατί το λέω εγώ, ούτε επειδή σε κείνην αναφέρθηκαν όλοι κολακευτικά, είναι γιατί απαίτησε εμπιστοσύνη στις προσωπικές ματιές, «αποκαθήλωσε» την επίπεδη αφίσα του ΕΟΤ και την συνάρτηση των αναγκών της καθημερινότητάς μας –δρόμοι, σχολεία, λιμάνια, αεροδρόμια- με την στρεβλή αναπτυξιακή πορεία, την τάση να γίνουν όλα τα νησιά «Μύκονος».
Κι έτσι λοιπόν απ’ αφορμής των λόγων του Λευτέρη Παπαδόπουλου:
«Να βρούμε τρόπο αυτά που είπε η Φρατζέσκα να τα μάθουνε περισσότεροι. Να δημοσιευτούν. Αυτό το κορίτσι, η Φρατζέσκα, μίλησε καταπληκτικά! Ο χώρος είναι μικρός, το ακροατήριο περιωρισμένο. Αυτό το κείμενο θα μπορούσε να το αβγατίσει γιατί και μυαλό έχει και τα πράγματα τα βλέπει με μάτια φεγγαρίσια, τεράστια και καταλαβαίνει κι έχει μια μεγάλη ευαισθησία…» Φέρνω εδώ σήμερα το κείμενο της ομιλίας της, ένα κείμενο χωρίς ομφαλούς της γης και περιούσιους νησιώτες, μεστό και φρέσκο. Τη φωνή μιας από τις κρυφές δυνάμεις του Αιγαίου, που πρεσβεύουν κλίμακες ανθρώπινες, ονειρεύονται νησιά βιώσιμα, ξύνουν πληγές καθημερινές. Κείμενο που ειλικρινά αξίζει να διαβαστεί, γραμμένο ίσως από την πιο δυνατή πένα της παρέας της «Μυκονιάτικης».
-
Σημάδια του Αιγαίου - εκδ. Ποταμός
"Γνώρισα τον Γιώργο Πίττα, φέτος την άνοιξη στη Σαντορίνη, εξαιτίας ενός φακέλου. Ο φάκελος περιείχε τα δοκίμια αυτού του πολύ σημαντικού βιβλίου για το οποίο μιλάμε σήμερα. Επρόκειτο σύντομα να τυπωθεί και πάλευε με τις τελευταίες αβλεψίες και διορθώσεις. Ήταν ένα βαρύ «σώμα», ακουμπισμένο σε μια φροντισμένη έκδοση, με ωραία σελιδοποίηση, ωραίες φωτογραφίες και πλούσιο, δίγλωσσο κείμενο που το έκαναν βιβλίο και όχι ένα ακόμη λεύκωμα για το Αιγαίο. Ό,τι μπόρεσα να κλέψω από το σύντομο ξεφύλλισμα, καταρχήν μ’ έκανε να ζηλέψω. Στη συνέχεια να συγκινηθώ. Ακολούθησε εκείνο το αμήχανο κούνημα του κεφαλιού με τα μάτια ορθάνοιχτα και το πολύ πρωτότυπο: -Μπράβο Γιώργο! Ωραία δουλειά!
Όταν το βιβλίο τελικά κυκλοφόρησε και ήρθε στα χέρια μου, αυτόνομο, ολοκληρωμένο και ζωντανό, ένιωσα σαν να μοιράζεται μαζί μας, ένα κομμάτι του βάρους του. Και θα εξηγήσω γιατί: ο τρόπος που ο Γιώργος Πίττας είχε ακουμπήσει τη ματιά του στο πολύ ευαίσθητο και κακοποιημένο Αρχιπέλαγος, ήταν τολμηρός. Ξεπέρασε την ευκολία της εικόνας, της επίπεδης δηλαδή αντίληψης η οποία διακινείται χρόνια τώρα και από τις κρατικές πολιτικές προβολής και από εμάς τους ίδιους τους νησιώτες και βούτηξε στα βαθιά νερά της πολυεπίπεδης και δυναμικής καθημερινής ζωής. Ήταν χωρισμένο σε κεφάλαια όπως: Λιμάνια, Καΐκια, Ψαρέματα, Βλάστηση, Πέτρες, Κατοικίες, Μονοπάτια, Αγγειοπλαστική, Περιστεριώνες, Δρώμενα, Άνθρωποι, Ήχοι, Καφενεία, Γαστρονομία, Μουσική.
Δυστυχώς, εκείνο το οποίο ως σήμερα έχουμε συνηθίσει να μας σερβίρουν αλλά και να σερβίρουμε είναι το explore your senses, αλλά με τον τρόπο της τελευταίας καμπάνιας του ΕΟΤ, όπου στις αφίσες δεσπόζει ένα τεράστιο μάτι το οποίο ακυρώνει όλες τις υπόλοιπες αισθήσεις και στην πραγματικότητα μας προτρέπει σ’ αυτήν ακριβώς την επίπεδη εικόνα που λέγαμε παραπάνω: ολίγη από Καρυάτιδες, ολίγη από ανεμόμυλους, μια σμαραγδένια παραλία, μια vanity fair πισίνα και ολίγη από ξεφάντωμα σε barα κάτω απ’ τ’ άστρα.
Είναι γενναίο λοιπόν να κυνηγάς το 2007 στο κατεξοχήν τουριστικό κομμάτι της Ελλάδας, που είναι το νησιωτικό σύμπλεγμα του Αιγαίου, ήχους, μονοπάτια, πέτρες, αμπέλια και κατοικιές. Πολύ περισσότερο να τα κυνηγάς με τον λιτό εξοπλισμό του περιηγητή, που τον ενδιαφέρει και η αρχιτεκτονική και η λογοτεχνία, η θρησκεία και η βοτανική, τα τραγούδια και το φαγητό. Να κυνηγάς δηλαδή, ό,τι είναι έργο των ανθρώπων που χωνεύονται στο τοπίο, χωρίς να θέλουν να δράσουν ανταγωνιστικά προς αυτό αλλά ούτε και μαρμαρωμένοι σε μια εποχή, σε μια συνήθεια.
Επιτρέψτε μου λοιπόν, να διακρίνω και ένα κομμάτι πολιτικό στην τόσο τρυφερή ματιά του Γιώργου Πίττα προς τα νησιά του Αρχιπελάγους και τα οικοσυστήματά τους. Τα πλησιάζει με αληθινή αγάπη και ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που στέκεται και ερευνά το σήμερα και διαμέσου των πηγών, των επιρροών, των κατακτητών, της ιστορίας γενικότερα, που διαμόρφωσε και εξακολουθεί να διαμορφώνει αυτό το ολοζώντανο κομμάτι του ελληνικού χώρου.
Όταν αναφερόμαστε στα νησιά του Αιγαίου σήμερα, ο κίνδυνος είναι, το μυαλό μας να πάει πρώτα- καμιά φορά, μόνο- στον τουρισμό, στην υποδοχή, στην διαχείριση. Η δεύτερη σκέψη είναι να τα χωρίσει στα δυο, ανάμεσα στα ανεπτυγμένα και λιγότερο ανεπτυγμένα νησιά, πάντα σε σχέση με την τουριστική βιομηχανία. Το χειρότερο όμως είναι – κατά τη γνώμη μου- να διχάσει την οντότητά τους, ανάμεσα στο προσφερόμενο (την εικόνα δηλαδή) και το Άλλο (την καθημερινή ζωή). Σαν να έχουμε ένα σώμα κομμένο κατά μήκος στα δύο. Από δω βλέπετε κι από δω αισθάνεστε. Μάλιστα, αυτή η καραμέλα της άλλης όψης (η άλλη Μύκονος, η άλλη Κρήτη, η άλλη Πάρος) τείνει να γίνει ακόμη μια εικόνα προς κατανάλωση.
Κι όμως, πρόκειται για ένα σώμα, που ζει από μια καρδιά. Το σώμα είναι ο τόπος και η καρδιά είναι οι άνθρωποι του. Ακόμη και σήμερα πολλά νησιά παλεύουν για τα αυτονόητα, όπως η καλή θαλάσσια συγκοινωνία, οι στοιχειώδεις υποδομές, η οδοποιία. Το όραμα κατοίκων και φορέων είναι αυτή η τουριστική εικόνα, που αν την αποκτήσουν θα έχουν λιμάνια, θα έχουν και δρόμους. Ίσως όμως να μην έχουν πια την ταυτότητά τους. Αλήθεια, αυτός είναι ο στόχος; Να γίνουν ένα κομμάτι, της ετήσιας αφίσας του ΕΟΤ, της επίπεδης, χωρίς διαστάσεις, χωρίς ιδιαιτερότητες, χωρίς πνοές;
Λέει πολύ εύστοχα ο Γιώργος Πίττας στην εισαγωγή: Το μανιχαϊστικό δίλημμα «παράδοση ή καταστροφική ανάπτυξη»